🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποστοματικού
αποστοματικού
из уст.
лично; изустно
(книжн.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лично
? —
αποστοματικού
как на
(ново)греческом
будет слово
изустно
? —
αποστοματικού
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποστοματικού
? — лично, изустно
#
(ново)греческий словарь
—
σκουτί
—
νυφοθυγατέρα
—
μπερδεύω
—
γυαλοκοπώ
—
πνίγομαι
—
λαβωματιά
—
φραγκορράφτης
—
άπλα
—
καραβόσκυλο
—
χούφτα
—
ζήτης
—
εντομοθήρας
—
νιτρογλυκερίνη
—
τυφλοπόντικο
—
βρόγχίον
—
σερδάρης
—
επιχωματίζω
—
αυτοκρατορία
—
νηστίσιμος
—
υπερρεαλιστικά
—
παροχή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω