🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κρητιδικός
κρητιδικός
меловой
;
~ή περίοδος — геол. меловой период
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
меловой
? —
κρητιδικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
κρητιδικός
? — меловой
#
(ново)греческий словарь
—
κορνάρισμα
—
αιωρίζω
—
καρπολογώ
—
αφηγήτρια
—
περιτείχισμα
—
υποδεέστερος
—
υπογάστριο
—
ακροτομία
—
εξηγητέος
—
ιντερέσο
—
φωναχτός
—
ερωτευμένος
—
κρασοπουλειό
—
επίστρωμα
—
βεζικάντι
—
γλακηχτό
—
εξεμώ
—
αεροηλιοθεραπεία
—
υποκρύπτω
—
απολουσίδι
—
ναυάγιο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω