🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
χωρεπίσκοπος
χωρεπίσκοπ|ος
ο
викарный епископ
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
викарный епископ
? —
χωρεπίσκοπος
как с
(ново)греческого
переводится слово
χωρεπίσκοπος
? — викарный епископ
#
(ново)греческий словарь
—
βενζινοπώλης
—
ακαταπόνητος
—
μικροϊδιοκτήτης
—
τουρμαλίνης
—
εσοδεύω
—
διακράτηση
—
βομβυκόσπορος
—
ζιζανιοκτόνος
—
τσαγιέρα
—
γεμελλάκια
—
φαυλος
—
δραματάκι
—
μεταξουργείο
—
καλλωπίζομαι
—
γνωσιθηρία
—
μπεμπέκα
—
καταθέτης
—
γαλακτομέτρηση
—
δρομοκοπάω
—
κατάπλασμα
—
ξεχωριστός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω