🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ετομολόγος
ετομολόγ|ος
ο
этимолог
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
этимолог
? —
ετομολόγος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ετομολόγος
? — этимолог
#
(ново)греческий словарь
—
διχοτομώ
—
μάγκας
—
αμοιβοειδής
—
τσαλακώνω
—
γιαρές
—
κατηγορώντας
—
κυνηγάρικος
—
συμφωνημένος
—
πλανίδι
—
στοίχημα
—
διατοιχίζω
—
αρμπιρόζα
—
θρόμβωση
—
εντέρινος
—
βρουχισμός
—
κουμπώνομαι
—
αυτοεγκωμιάζομαι
—
παιδιαρίζω
—
ζυγοδάκτυλος
—
κρυφάκουσμα
—
αποθανατίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω