🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εύθυνσις
εύθυνσις
(-εως) η
выравнивание, выпрямление
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
выравнивание
? —
εύθυνσις
как на
(ново)греческом
будет слово
выпрямление
? —
εύθυνσις
как с
(ново)греческого
переводится слово
εύθυνσις
? — выравнивание, выпрямление
#
(ново)греческий словарь
—
ασύναρθρος
—
γερωσύνη
—
ξαναγάπησαν
—
τεκνοποιητικός
—
μεταξοβιομηχανίο
—
αμφιδέτης
—
εγκατάσταση
—
ψυχρήλατος
—
παραφτάνει
—
σχηματισμός
—
ανασπαστήρας
—
απνευστί
—
εξάγωνος
—
σεβάσμιος
—
στερέωση
—
αναιρετικός
—
θειαφένιος
—
σαββατοκύριακο
—
καρπέτα
—
γερμανοφιλία
—
χαλκοτοπία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω