🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μοιράδι
μοιράδι
το
доля, пай; надел
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
доля
? —
μοιράδι
как на
(ново)греческом
будет слово
пай
? —
μοιράδι
как на
(ново)греческом
будет слово
надел
? —
μοιράδι
как с
(ново)греческого
переводится слово
μοιράδι
? — доля, пай, надел
#
(ново)греческий словарь
—
άρμεμα
—
φλογοβολώ
—
εξακοσιαπλάσιος
—
εκραζίτις
—
διαπλάθω
—
υψηλόμισθος
—
χαρτόσημο
—
παραγνωρισμένος
—
αλιθοβόλητος
—
ψηλάφηση
—
συνοσφαλίστρια
—
γυναικοκρατία
—
οιωνοσκόπος
—
ψωροπερήφανος
—
παραίσθηση
—
αερόμετρο
—
πελαργοφωλιά
—
λουλουδάω
—
ξέπλεγος
—
ο
—
τσαμπουκαλίδικα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω