🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανδρολογία
ανδρολογία
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανδρολογία
? —
#
(ново)греческий словарь
—
σβούρα
—
ψαχουλευτός
—
νεκρόσυλος
—
Κυρα-Μαριώ
—
ενδοκρινολόγος
—
μοργάρω
—
στερεμένος
—
κατευχαριστημένος
—
σταθεροποίηση
—
κηδεστία
—
αποθησαυριστής
—
πορνοπεριοδικό
—
περιπατήτρια
—
ηλεκτροτεχνία
—
μπαουλοντίβανο
—
μεσόδομος
—
προσθέτως
—
μεμψιμοιρία
—
αρχαιόφιλος
—
πολυκαιρίτικος
—
λουστικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω