🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διασφηνούμαι
διασφηνούμαι
вклиниваться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вклиниваться
? —
διασφηνούμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
διασφηνούμαι
? — вклиниваться
#
(ново)греческий словарь
—
ουρανομήκης
—
ήτις
—
αμοιριά
—
αδιαφιλονείκητος
—
κόθρος
—
αγούβιαστος
—
ανδροκοίτης
—
δυσμαί
—
αλιευτικός
—
ευθυσκοπώ
—
θανατερός
—
κατεχόμενα
—
μοναρχικός
—
εγκαθιστώμαι
—
οχταετία
—
ερωδιός
—
άτοπο
—
σφαιρίδιο
—
αιδημόνως
—
καθετή
—
αιδημοσύνη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω