🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δώριος
δώρι|ος
дорический
;
~ ρυθμός — дорический стиль
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дорический
? —
δώριος
как с
(ново)греческого
переводится слово
δώριος
? — дорический
#
(ново)греческий словарь
—
σπάθη
—
αγωγή
—
αΰπνωτος
—
γλειφιτσούρι
—
καβουρόσουπα
—
ποθούμενο
—
ασυνείδητος
—
αυτοκυβέρνητος
—
ανυπολόγιστος
—
νεγρικός
—
αλήτικος
—
βρεττανικός
—
χαμομηλιά
—
ναυμαχία
—
φαράσι
—
ψαλίδα
—
νεφρίδιο
—
μινωικός
—
δεσμεύω
—
ιππηλασία
—
γειτονόπουλο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω