🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θωράκιο
θωράκιο
το 1)
парапет
;
2) мор.
Марс
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
парапет
? —
θωράκιο
как на
(ново)греческом
будет слово
Марс
? —
θωράκιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
θωράκιο
? — парапет, Марс
#
(ново)греческий словарь
—
αδιατίμητος
—
εισπράκτορας
—
προδιατίθεμαι
—
κέρασος
—
κίνανδος
—
πρωτομιλώ
—
σχισματικός
—
λοτρωτικός
—
προδίνω
—
τοκοχρεολύσιο
—
βιβλιεμπόρια
—
έλκος
—
ιεραρχικά
—
ξαντήριο
—
μεταπράτης
—
εννοούμαι
—
αδιαμφισβήτητος
—
αποσάπουνο
—
αστυκτηνίατρος
—
μελάνουρος
—
χτισμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω