🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μισό
μισό
το
половина
;
στά ~ά τού δρόμου — на полпути, в середине пути
;
~ καί ~ — пополам
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
половина
? —
μισό
как с
(ново)греческого
переводится слово
μισό
? — половина
#
(ново)греческий словарь
—
αψηλάφητος
—
γκρεμάω
—
ξόβεργα
—
εφοδραργύρωση
—
μπουζού
—
αφιλοκερδής
—
εμμέθοδος
—
ανάκρουσις
—
καννιβαλισμός
—
απότιστος
—
οστριασιρόκος
—
φλόγα
—
γεφυροποιός
—
σομπολεμώ
—
διαπηγνύω
—
ανέγνοιαστος
—
κουκκιστός
—
ξιπάζω
—
μετροτράπεζα
—
παραφιλολογία
—
μηλόπαστα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω