🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λεοντή
λεοντή
η
львиная шкура
;
===
τού αφηρέθη η ~ — [phrase]он разоблачён; его разоблачили[/phrase]
;
απέβαλε τήν ~ν — [phrase]он сбросил с себя маску[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
львиная шкура
? —
λεοντή
как с
(ново)греческого
переводится слово
λεοντή
? — львиная шкура
#
(ново)греческий словарь
—
μπεκρουλίκι
—
κατωτέρω
—
ανοστιά
—
αποσιγάζω
—
συκωτάκι
—
αμίμητα
—
τμηματικώς
—
κ
—
προσοικείωση
—
φορτωτήρας
—
κλάξον
—
φενακισμός
—
αγαλούχητος
—
ουτιδανός
—
Γιουγκοσλαβία
—
αφηγήτρια
—
αδειανός
—
παραγέρασμα
—
ευθύνομαι
—
ξέστρωτος
—
αποφούρνισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω