🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δίτροχο
δίτροχο
το
двуколка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
двуколка
? —
δίτροχο
как с
(ново)греческого
переводится слово
δίτροχο
? — двуколка
#
(ново)греческий словарь
—
λάλος
—
τσαμπούνισμα
—
αιμοπλαστικός
—
αυτοκράτορας
—
μέταξα
—
πλαγινός
—
πεινάλας
—
ασπασμός
—
ακλήρωτος
—
φυματιολόγος
—
υπέρκειμαι
—
μαστρολογώ
—
σοβχόζ
—
ανθρακοποιώ
—
τιμαριθμικός
—
γραφειοκράτις
—
ψείρας
—
εντολοδότρια
—
ξεμπρατσώνομαι
—
κορομηλο
—
μουνταίνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω