🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μποέμικος
μποέμικ|ος
-ός,
богемный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
богемный
? —
μποέμικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μποέμικος
? — богемный
#
(ново)греческий словарь
—
Παναμάς
—
κιτριά
—
υγρολογία
—
πετρωτός
—
αποσφράγιση
—
συρικτός
—
σκύτος
—
αλεξήνεμον
—
χωρατατζού
—
γουρουνοπέτσι
—
ροσμπίφ
—
σουπιέρα
—
δύσχρηστος
—
καρποφορώ
—
αχάρητος
—
λαμπαδηφορώ
—
αγροικησιά
—
άνομβρος
—
διαστρεβλωτικός
—
στυλίστας
—
τρύπωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω