🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βιλαγέτιον
βιλαγέτιον
το
вилайет
(административная единица в Турции)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вилайет
? —
βιλαγέτιον
как с
(ново)греческого
переводится слово
βιλαγέτιον
? — вилайет
#
(ново)греческий словарь
—
ξεναγώ
—
προσήμανσις
—
ιδιωματισμός
—
ψωμοτρώγω
—
νήσος
—
απά
—
ανθρώπινα
—
υπόγειο
—
εξομολογητικός
—
κακοπέφτω
—
συμφεροντολογία
—
ψαρής
—
λοξοδρομικός
—
σούμμα
—
υαλοπωλείο
—
μετρητά
—
αμπελοφθόρος
—
πρεπόντως
—
καμινετάκι
—
αρτηριοσκλήρωση
—
αλλότυπος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω