🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γιαπωνέζικα
γιαπωνέζικα
1.
по-японски
;
2. (τά)
японский язык
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
по-японски
? —
γιαπωνέζικα
как на
(ново)греческом
будет слово
японский язык
? —
γιαπωνέζικα
как с
(ново)греческого
переводится слово
γιαπωνέζικα
? — по-японски, японский язык
#
(ново)греческий словарь
—
αστραπόμορφος
—
πουλητής
—
τουρκοπατημένος
—
υπέρψυξις
—
οργανοπλαστία
—
αμπογιάτιστος
—
εικαστική
—
σπιτάκι
—
πρακτορεία
—
μαρμιτόνι
—
γλωσσομάθεια
—
φύση
—
υπερεπείγον
—
πετρόψαρα
—
λιγώτερο
—
επιβήτωρας
—
χωριατόπαιδο
—
βροχοσκόπία
—
ζαχαροδοχείο
—
ουσία
—
ακαινοτόμητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω