🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανέκδοτο
ανέκδοτο
το
анекдот
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
анекдот
? —
ανέκδοτο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανέκδοτο
? — анекдот
#
(ново)греческий словарь
—
βλαχοκαλύβα
—
διαβρέχω
—
κατολίσθηση
—
ουδετερότητα
—
ριξιά
—
απερίφραχτος
—
εκριζωτής
—
αρκούδας
—
τραμπάλα
—
χαρακίρι
—
πλατυ-
—
λοβιτούρα
—
χαλυβουργείο
—
πεσσιμίστρια
—
μουσκεύω
—
μουαρέ
—
μεγεθύνω
—
συνοδεία
—
γλωσσομαθής
—
ορκοδοτώ
—
θαμβώς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω