🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οξύληκτος
οξύληκτ|ος
остроконечный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
остроконечный
? —
οξύληκτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
οξύληκτος
? — остроконечный
#
(ново)греческий словарь
—
ενδοθερμικός
—
διαπερώ
—
χρεωστάσιο
—
ψυχαναλυτής
—
πραγματοποιώ
—
γεροντοπαλίκαρο
—
πανελλαδικός
—
εναγωνίως
—
παίδαρος
—
περιρράπτω
—
υδροτροπισμός
—
χαριεντισμός
—
ισημερία
—
νομοκάνονας
—
λεωφορειακός
—
δυσκραής
—
λειαντήριον
—
αντιδυναστικά
—
σκυλοτρώγομαι
—
σουλτανικός
—
εξαπολύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω