🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καταυγάζω
καταυγάζω
ярко освещать, озарять
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ярко освещать
? —
καταυγάζω
как на
(ново)греческом
будет слово
озарять
? —
καταυγάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταυγάζω
? — ярко освещать, озарять
#
(ново)греческий словарь
—
κακοθελήτρια
—
ακατανάλωτος
—
φανταχτερός
—
αναβαπτιζόμενος
—
αγελαδοκομία
—
δεσμώτης
—
υδρονομέας
—
καρτερεύω
—
ύλη
—
εξαρκώ
—
εθελοτυφλώ
—
παραγκωνισμός
—
Αρναούτης
—
μοντέλο
—
φυρόμυαλος
—
ανηθόλη
—
μιλιούμαι
—
ιπποπέδη
—
αφανίστρα
—
μεταλλουργείο
—
δαντελλωτός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω