🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μεταλαβαίνω
μεταλαβαίνω
(άορ. (ε)μετάλαβα) 1.
причащать
;
2.
причащаться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
причащать
? —
μεταλαβαίνω
как на
(ново)греческом
будет слово
причащаться
? —
μεταλαβαίνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεταλαβαίνω
? — причащать, причащаться
#
(ново)греческий словарь
—
αιφνιδιαστικά
—
ελαιοδεψία
—
στήθος
—
υγιεινός
—
ψυχολατρεία
—
ρίχνω
—
εξασθένωση
—
λογχοφόρος
—
γκρεμώ
—
ξενοικιάζω
—
ευλίμενον
—
αλλούθε
—
δισκοφορία
—
υπάγομαι
—
άφραγος
—
αποτυχεμένος
—
κυλινδρισμός
—
επίχαρις
—
άχαρις
—
χυλίζω
—
αυτενεργός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω