🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ασφάλιστος
ασφάλιστ|ος
II
незастрахованный
;
έχω τό σπίτι ~ο — [phrase]мой дом не застрахован[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
незастрахованный
? —
ασφάλιστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ασφάλιστος
? — незастрахованный
#
(ново)греческий словарь
—
αυστηρός
—
μεταμορφώνω
—
γυρώτρια
—
ρωσσιστί
—
εναντιώνομαι
—
έμμοχθος
—
παραμάσκαλα
—
δισκοειδής
—
αντιπρόποση
—
αβαράρω
—
βρυός
—
συστατικό
—
θεόφτωχος
—
Δανία
—
ασφήνωτος
—
εξαιρετικότητα
—
κακοΰφαντος
—
συνετίζω
—
φραχτό
—
τρίδιπλος
—
ευ-
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω