🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συναλλαγματική
συναλλαγματική
η
вексель
;
μακροπρόθεσμη (βραχυπρόθεσμη) ~ — долгосрочный (краткосрочный) вексель
;
προεξόφληση τής ~ής — учёт векселей
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вексель
? —
συναλλαγματική
как с
(ново)греческого
переводится слово
συναλλαγματική
? — вексель
#
(ново)греческий словарь
—
αποτρώγω
—
φυλαγμένος
—
ανάφτω
—
ψυχεδέλεια
—
σουρεαλιστικός
—
άφραστος
—
κατακόρυφο
—
μαγκούρο
—
διαψεύδομαι
—
διαπορώ
—
ολιγοκύτταρος
—
τσουγκρίζω
—
μάχαιρα
—
ξυλοσοφία
—
λατρευτικότητα
—
οψιγενής
—
μύραινα
—
ιδρωτάρι
—
ημιμάθεια
—
νοικάρισσα
—
γειτονεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω