🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λούπινον
λούπινον
το бот.
лупин
(ус растения)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лупин
? —
λούπινον
как с
(ново)греческого
переводится слово
λούπινον
? — лупин
#
(ново)греческий словарь
—
φάγουσα
—
τεσσαρακονταετηρίδα
—
εισβολεύς
—
μουρμουρητό
—
βουκόλος
—
φρονηματίας
—
καλοκαιριάζω
—
στομαχιάζομαι
—
άτομο
—
μηρί
—
εξηγητής
—
τσαλίμι
—
ψυχαναγκασμός
—
δίφυλλος
—
γλινιασμένος
—
σχόλασμα
—
ξόδεμα
—
σπουδαχτικός
—
φάρυγγας
—
ταγματάρχης
—
αμμοχαλικοστρωμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω