🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναρμοδιότητα
αναρμοδιότητα
η 1)
некомпетентность
;
2)
несоответствие
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
некомпетентность
? —
αναρμοδιότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
несоответствие
? —
αναρμοδιότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναρμοδιότητα
? — некомпетентность, несоответствие
#
(ново)греческий словарь
—
μηδένιση
—
διαφορεμένος
—
φραγμένος
—
απαντητής
—
μαστιχένιος
—
αποσιωπώ
—
σπειραματοσκλήρυνση
—
μεταπλασμένος
—
βελόνα
—
αγριελιά
—
έγκυρο
—
ανάφραντος
—
λυπημένος
—
ανομοιομορφία
—
ξενολάτρης
—
γεφυρωτής
—
αισθητικός
—
αγόγγυστα
—
καυλός
—
θεατρικογράφος
—
λαμπροφορεμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω