🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καταμετρητός
καταμετρητός
измеримый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
измеримый
? —
καταμετρητός
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταμετρητός
? — измеримый
#
(ново)греческий словарь
—
κατακεφαλιά
—
ναυπηγοεπισκευαστικός
—
καμωματάρης
—
εσείς
—
αντισκωριακός
—
θαρρύνω
—
χοροστασία
—
γούπα
—
αρχετυπία
—
σιτηρά
—
οπώδης
—
κλώσμα
—
χλωροφούντωτος
—
ξεκουτιάρης
—
μεταχειρισμένος
—
τυφλογράφος
—
δαμαλίδα
—
ξεπηδώ
—
ανεξοικείωτος
—
μεσόφρυδο
—
μαλακωσύνη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω