🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πιτσουνάκι
πιτσουνάκι
το
девчонка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
девчонка
? —
πιτσουνάκι
как с
(ново)греческого
переводится слово
πιτσουνάκι
? — девчонка
#
(ново)греческий словарь
—
καύσιμο
—
ιδεολογία
—
μπατσάκι
—
υπερεθνικός
—
αποβιταμίνωση
—
οπόθεν
—
ακαιγος
—
ξεκαπελλώνω
—
μονόκλ
—
αισθηματικός
—
ημιστήριξη
—
σκαμπανέβασμα
—
οπωροπωλείο
—
σφιγκτήρ
—
κρεατόπιτα
—
επιφορτίζω
—
διαστραμμένος
—
αραιόσαρκος
—
λυχνάρι
—
φαιδρύνω
—
ιαμβικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω