🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αβέρτος
αβέρτ|ος
открытый, прямой
(о человеке)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
открытый
? —
αβέρτος
как на
(ново)греческом
будет слово
прямой
? —
αβέρτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αβέρτος
? — открытый, прямой
#
(ново)греческий словарь
—
βροντώδης
—
παγκόσμια
—
λιγόθυμος
—
επικοπίς
—
παραστράτισμα
—
ξαγρύπνια
—
εκχώνω
—
μηλοροδακινιά
—
ποδηλασία
—
βουλώνω
—
αντικοινοβουλευτικά
—
γερμένος
—
διαλλαχτικός
—
υδρόψυκτος
—
επαλληλία
—
χιονόβροχο
—
αντιπροσώπευση
—
σταματάω
—
κλεψίτυπος
—
εισακούομαι
—
αμπάρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω