🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φωνασκός
φωνασκός
ο 1)
крикун
;
2)
болтун
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
крикун
? —
φωνασκός
как на
(ново)греческом
будет слово
болтун
? —
φωνασκός
как с
(ново)греческого
переводится слово
φωνασκός
? — крикун, болтун
#
(ново)греческий словарь
—
προδίνω
—
ματόκλαδο
—
ζενίθ
—
ακτινογραφικός
—
ξιφοειδής
—
χαμαιπετής
—
κουτσοκεφαλιάζω
—
άλυχνος
—
όψιος
—
κορφολογάω
—
πεντάωρο
—
απομονώνομαι
—
ασπροφόρος
—
ηλιολατρικά
—
οπλομαχώ
—
αποθηκοφύλαξ
—
ζύγι
—
μαντζούνι
—
περιεσκεμμένος
—
αθωωτικός
—
μπατούτα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω