🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αιγινήτικος
αιγινήτικ|ος
1.
эгинский
;
2. мн.ч. :
τά ~α — фисташки
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
эгинский
? —
αιγινήτικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιγινήτικος
? — эгинский
#
(ново)греческий словарь
—
ονειροφαντασία
—
καλοβρασμένος
—
βηματισμός
—
μακροχρονίζω
—
βλεφαρικός
—
γούνινος
—
αθεμελίωτος
—
χορτολογώ
—
ριζοτόμος
—
ζωοπανήγυρη
—
χωροβάτης
—
πληθύς
—
κοινωνικοποιώ
—
γοργοβασιλεύω
—
βοστρυχώνω
—
σορόπι
—
αντικρινός
—
βαθυμέτρηση
—
εκτιμώ
—
διαμορφωτήρας
—
φλοκκάτα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω