🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ορθολογιστικός
ορθολογιστικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ορθολογιστικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αμολλάω
—
ξεμυαλίζομαι
—
γιουχαϊσμός
—
θρονί
—
τραυματίζομαι
—
ξυλοτόμος
—
λαμπιόνι
—
μαρξίστρια
—
απροσχημάτιστος
—
άτριχος
—
μομιοποίηση
—
ευπρεπίζω
—
τρακτέρ
—
φλασκωτός
—
στρυμώχνομαι
—
απάτη
—
ανάργυρος
—
παρακελευστικός
—
καμίνιασμα
—
ξυλοπάσσαλος
—
ανασκέλωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω