🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δέκτης
δέκτης
ο
приёмник
(аппарат);
~ αποστάσεων — дальномер
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
приёмник
? —
δέκτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
δέκτης
? — приёмник
#
(ново)греческий словарь
—
επιδέτης
—
σταφίδα
—
οντολογικός
—
πλήρωση
—
κακίζω
—
μπαλσαμώνω
—
σαλέπι
—
μπαρμπεριάτικα
—
ωριαίος
—
καμάκι
—
διάπηξη
—
πευκόδασο
—
δικτυόδρομος
—
συγκίνηση
—
ζουρνάς
—
εγωιστικά
—
χιονόλυτον
—
αντίρροια
—
κοινολόγηση
—
μπουκάλι
—
αμέλγω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω