🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πολυανδρικός
πολυανδρικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πολυανδρικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ένζυγος
—
χαλαζίας
—
αστενειάρης
—
φαρμακοτέχνης
—
πολεμητέος
—
διλεττάντης
—
διαπεταννύω
—
περίαπτο
—
καμουτσίκι
—
καραβοκύρισσα
—
τηράζω
—
λίσγος
—
μοιράζομαι
—
αυγαταίζω
—
ξάπλωμα
—
καμωτός
—
διατάραξη
—
ευαρέστηση
—
στραγγίζω
—
μπάσιμο
—
αλύμαντον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω