🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φαγόπυρο
φαγόπυρο
, το 1)
гречиха
;
2)
гречка, греча
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гречиха
? —
φαγόπυρο
как на
(ново)греческом
будет слово
гречка
? —
φαγόπυρο
как на
(ново)греческом
будет слово
греча
? —
φαγόπυρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
φαγόπυρο
? — гречиха, гречка, греча
#
(ново)греческий словарь
—
ουσιαστικός
—
αμείλιχτος
—
περιηπατίτιδα
—
κυρτώνομαι
—
μουσκάρι
—
αλληλοδιδακτικός
—
ανακουνιέμαι
—
πνευμονορραγία
—
παράλογο
—
θαμπώνω
—
αναμπαμπούλα
—
αναβάπτισμα
—
επισκοπή
—
στρυφνός
—
Λόνδρα
—
ξεφανερώνω
—
αυτονόητος
—
κομπανία
—
διαστροφή
—
κουπόνι
—
σιδηροτροχιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω