🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βασκαίνω
βασκαίνω
(αόρ. εβάσκανα и εβάσκηνα, παθ. αορ. (ε)βασκά(ν)θηκα)
сглазить
;
νά μή -αθείς! — [phrase]чтоб не сглазить![/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сглазить
? —
βασκαίνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
βασκαίνω
? — сглазить
#
(ново)греческий словарь
—
ασυνοίκιστος
—
ελέγξιμος
—
κερασέων
—
διατακτικός
—
ανανάριστος
—
κατευοδώνω
—
συνωθούμαι
—
συβαρισμός
—
αφάλιση
—
μυοκαρδιοπάθεια
—
χουμώ
—
αλκοόλ
—
εικονοκαύστης
—
περάτωση
—
κουκούνι
—
κουκκίζω
—
κάρυνος
—
κλειστός
—
σωλήνωση
—
απέχθεια
—
αγένεια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω