🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τριώνυμο
τριώνυμο
το мат.
трёхчлен
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
трёхчлен
? —
τριώνυμο
как с
(ново)греческого
переводится слово
τριώνυμο
? — трёхчлен
#
(ново)греческий словарь
—
αυτοματοποιώ
—
μαγιάτικος
—
γιακάς
—
ερπετώδης
—
αμίαντο
—
γηροκόμος
—
Δεκέμβριος
—
λουθηρανός
—
θρηνολογία
—
δικέφαλος
—
μνηστεία
—
συνασπισμός
—
μικροχαρής
—
αρχιεπιστάτισσα
—
δήμευση
—
σουρεαλισμός
—
βιβλιοπωλειο
—
ἀναστέκομαι
—
τυποποιός
—
υδρολυσία
—
ρώμη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω