🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγουρογεράζω
αγουρογεράζω
преждевременно состариться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
преждевременно состариться
? —
αγουρογεράζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγουρογεράζω
? — преждевременно состариться
#
(ново)греческий словарь
—
τυχαίνω
—
κουλάκικος
—
πασσάρω
—
διασκευάζω
—
αλληλεξάρτηση
—
γκλάμουρ
—
περίζωσμα
—
φιλόδοξα
—
ναρκωτικό
—
δικαιολογώ
—
ηλεκτρομαγνητισμός
—
μεσημεριάτικα
—
σπειροχαίτη
—
ντερβένι
—
κουσελιάρης
—
κουφαμάρα
—
ψευδαργορογραφία
—
πόλισμαν
—
όρχος
—
αμερικανιστής
—
πύρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω