🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εισήλθον
εισήλθον
αόρ. от εισέρχομαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εισήλθον
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κατευνασμός
—
διατοιχώ
—
ακαρτερησία
—
ευποιδευσία
—
φωτοτυπικός
—
κυπαρίσσι
—
ψυχοφυσικά
—
κακία
—
μαμμόθρεφτος
—
στενότητα
—
ζεύω
—
αφιερωτικός
—
παρεπίδημώ
—
πνευματόλυση
—
άισμπεργκ
—
ενί
—
πρόλογος
—
λοφιοφόρος
—
δικτατορίσκος
—
τσέργα
—
σηροτροφείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω