🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γοργοδρόμος
γοργοδρόμ|ος
ο 1)
быстроногий
;
2) перен.
быстрый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
быстроногий
? —
γοργοδρόμος
как на
(ново)греческом
будет слово
быстрый
? —
γοργοδρόμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
γοργοδρόμος
? — быстроногий, быстрый
#
(ново)греческий словарь
—
αγιότητα
—
αδιακήρυχτος
—
υποβορειοδυτικός
—
ψυχονεύρωση
—
άδουλος
—
γεωδαιτώ
—
κελεύω
—
έγια!
—
μνηστευμένος
—
κατακρήμνισμα
—
ξαλμυρίζω
—
δεματιάζω
—
ξενολάτρης
—
ζαχαροζυμωμένος
—
κρανιολογία
—
κατάπτυστος
—
ανθυπνωτικός
—
ξακρίζω
—
εναλλάσσω
—
προστυχιά
—
βυθοκόρηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω