🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κατάγομαι
κατάγομαι
происходить, быть родом
из... ;
~ από φτωχή οικογένεια — происходить из бедной семьи
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
происходить
? —
κατάγομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
быть родом
? —
κατάγομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
κατάγομαι
? — происходить, быть родом
#
(ново)греческий словарь
—
εκειά
—
δημοτελής
—
καταχτητής
—
μελοποιία
—
ανεγερτικός
—
διαπύημα
—
σαυροειδή
—
παλιοπαλιάνθρωπος
—
σεπτεμβριανός
—
γνωστεύω
—
φιλημένος
—
δευτερότητα
—
βίσεχτος
—
αγχίνοια
—
πλειονοψηφία
—
αγωγνάτικα
—
γαλατομπούρεκο
—
ματαίωση
—
βλαισόπους
—
επιών
—
μεταγωγικό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω