🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εύτηκτος
εύτηκτ|ος
(легко)
плавкий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
плавкий
? —
εύτηκτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
εύτηκτος
? — плавкий
#
(ново)греческий словарь
—
λύτρωμός
—
αθέρας
—
ψυχοφυσική
—
προσβλέπω
—
ροδή
—
πανέμορφος
—
μελοδραματικός
—
ρητός
—
παρατεταγμένα
—
βουσυκιά
—
κλαβικύμβαλο
—
ευφαντασίωτος
—
διδάκτυλος
—
καλοκάρδισμα
—
επταήμερος
—
συνομιλία
—
κοίτομαι
—
ζωϊτσα
—
κριτικός
—
γριφοειδής
—
αλουστράριστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω