🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιούμαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανεξαρτητοποιούμαι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
τάγιστρον
—
φάραγγας
—
χλίανση
—
κολάστρια
—
εκχύλισμα
—
ολόμαυρος
—
ποδήλατο
—
φωτοβόλος
—
χειροβομβίδα
—
εργοδότης
—
ριπίζω
—
εξομαλίζω
—
επιτευκτός
—
αγριοκάτσικο
—
υλοτόμιο
—
πιστολάκι
—
μεικτός
—
βακαλάος
—
δαυλίτης
—
νεκροφιλώ
—
δισέγγονον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω