🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μέλλων
μέλλων
(-οντος) 1.
будущий
;
εν τώ ~οντι χρόνω — в будущем времени
;
2. (о) грам.
будущее время
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
будущий
? —
μέλλων
как на
(ново)греческом
будет слово
будущее время
? —
μέλλων
как с
(ново)греческого
переводится слово
μέλλων
? — будущий, будущее время
#
(ново)греческий словарь
—
αποτυχημένος
—
λασπομάχος
—
χηρεία
—
ομφαλίς
—
εξύβριση
—
ουδετεροφιλία
—
ανακέφαλα
—
συναιρώ
—
αντιεμετικό
—
πρόβλημα
—
γυαλιστής
—
καβάλο
—
πριονωτός
—
ρήγμα
—
νεώτερος
—
αποφασιστικός
—
σκατόπουστας
—
λουκούμι
—
κρυπτογράφημα
—
διαπλάθω
—
μπάσιμο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω