🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γυναιτίκι
γυναιτίκι
το
женская половина
(в церкви)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
женская половина
? —
γυναιτίκι
как с
(ново)греческого
переводится слово
γυναιτίκι
? — женская половина
#
(ново)греческий словарь
—
φωνομετρία
—
ανταμώνω
—
παρορεξία
—
φτερούγιασμα
—
εικονισμός
—
βρυσήσιος
—
εξυπνάδα
—
ξεντέρισμα
—
αντιπαροχή
—
μονοστέφανος
—
επικριτής
—
επαναστρέψιμος
—
ολιγολογία
—
ερημοκκλήση
—
πολύγραφος
—
ομπρός
—
υπερτείνω
—
γωνιογνώμωνας
—
υπηνεμούμαι
—
όξινος
—
πεντάγωνος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω