🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκδοχεύς
εκδοχεύς
(-έως) ο юр.
доверенное лицо
;
~ τών δικαιωμάτων — правопреемник
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
доверенное лицо
? —
εκδοχεύς
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκδοχεύς
? — доверенное лицо
#
(ново)греческий словарь
—
μηλιγγόνι
—
ασυντόμευτος
—
τριγυρίζω
—
οξοποιία
—
βρογχισμός
—
θόλωσις
—
χεροδούλης
—
πάλαι
—
ένδοθεν
—
ξανθογένειος
—
κουκουλλόσπορος
—
ερωτεύομαι
—
νεωδόχος
—
θλίβω
—
ανιχνεύσιμος
—
αποχτηνώνω
—
αδιαβεβαίωτος
—
αληθολόγος
—
απαιτητέος
—
αντικρουόμενος
—
θρεφτάρι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω