🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στράτσόχαρτο
στράτσόχαρτο
το
оберточная бумага
;
===
στήν έλλειψη τσιγαρόχαρτο καλό καί ~όχαρτο — погов. [phrase]когда нет гербовой - пишут и на простой[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
оберточная бумага
? —
στράτσόχαρτο
как с
(ново)греческого
переводится слово
στράτσόχαρτο
? — оберточная бумага
#
(ново)греческий словарь
—
αντιβασιλικά
—
συσκευασία
—
εύκλωστος
—
αποξήλωμα
—
ικανοποιώ
—
γαλίφισσα
—
διοικητικός
—
μικροβιοφαγία
—
αταιτώ
—
τραμπούκο
—
γρύζω
—
γνωμίζω
—
αγαπός
—
πύρα
—
εξεναντίας
—
αφιλοχρηματία
—
στωϊκεύομαι
—
σκαμπαβία
—
απελπιστικός
—
θειωτήρ
—
χρυσορρόας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω