🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δόθηκα
δόθηκα
παθ. αόρ. от δίνω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
δόθηκα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
σαστίζω
—
χριστιανοσύνη
—
αγκαίνιαστος
—
δοθείς
—
ηλεκτροβόρος
—
κονδολομάχαιρο
—
χρυσοκεντητής
—
σχίνος
—
αγρότισσα
—
λευκόλιθος
—
ανανταπόδοτος
—
απόξεσμα
—
αγουροξυπνημός
—
διαπηγνύω
—
περιτράνως
—
ανάγερτος
—
όρεξη
—
ξυλουργός
—
ηγαλλίασα
—
λιόκαμα
—
συννεφής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω