🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σύμφυρση
σύμφυρση
(-εως) η
смешивание, перемешивание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
смешивание
? —
σύμφυρση
как на
(ново)греческом
будет слово
перемешивание
? —
σύμφυρση
как с
(ново)греческого
переводится слово
σύμφυρση
? — смешивание, перемешивание
#
(ново)греческий словарь
—
βρεχάμενος
—
λιοκούκουδο
—
σαρκασμός
—
κατεπείγων
—
ημικύκλιος
—
ηθικοποιώ
—
καθολική
—
ξεκινητής
—
τουμπανιασμένος
—
λιποψυχία
—
διπλοσκοπός
—
επιτροχάδην
—
απαρεγκλίτως
—
αναμορφωτής
—
εφτασύλλαβος
—
φυλληρεφής
—
όμβρα
—
ζωαρκή
—
εισήλθα
—
χλωραιθήρας
—
σαλιάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω