🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εξετέθη
εξετέθη
παθ. αόρ. от εκτίθεμαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εξετέθη
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ελαφρόποινος
—
προσφυγόπουλο
—
αφλογισιά
—
επιφαινόμενο
—
ροζ
—
χαλκοτυπία
—
χαλαρώνω
—
καταστροφέας
—
εδυνήθηην
—
αριστερόθεν
—
δίμορφος
—
εξαγρίωση
—
αρπάγη
—
γελαδίσιος
—
μετονομασία
—
δρεπανηφόρος
—
απομυζώ
—
νεκρογενής
—
συγκοινωνιολογια
—
χιαστί
—
σφαλερός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω