🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απεμπολήση
απεμπολήση
η
предательство
(чего-л.);
~ τών εθνικών δικαίων — предательство национальных интересов
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
предательство
? —
απεμπολήση
как с
(ново)греческого
переводится слово
απεμπολήση
? — предательство
#
(ново)греческий словарь
—
θεμέλιο
—
ανθυποφροντιστής
—
αστοχιά
—
εκπεφρασμένος
—
εφημεριδογράφος
—
εμβολιαστικός
—
παλιώνω
—
ευφράδης
—
παλαμιαίος
—
πετρελαιοπαραγωγή
—
απόβρασμα
—
ζυμωτικός
—
κράνι
—
σιντέφι
—
ανοσολογία
—
τρισμύριοι
—
επιδημία
—
άχωρ
—
πελεκούδα
—
ρεφορμιστής
—
ζοφερός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω