🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαλακτήρας
μαλακτήρας
ο
мешалка
;
~ σκυροδέματος — бетономешалка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мешалка
? —
μαλακτήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαλακτήρας
? — мешалка
#
(ново)греческий словарь
—
δευτερόπρυμα
—
μεθύλιο
—
σκέπω
—
στυππείον
—
αμμοκονίαμα
—
πλατσουκομύτης
—
ηλεκτροφόρον
—
ακουμπίζω
—
νυφικό
—
αναίδεια
—
Βενετσιάνος
—
σαρακοστεύω
—
μοσχόβους
—
ηλεκτροχημικός
—
απαλλοτριωθείς
—
διακηρυκτικός
—
σφήγκα
—
ξυλόγλυπτης
—
επανιδρύω
—
δήμα
—
ανεμολόγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω